Back to Home

Ομιλία Ευθύμιου Ευθυμιόπουλου

Είναι μεγάλη μου τιμή και χαρά να μπορέσω και εγώ να γράψω δυο λόγια για το έξοχο αυτό έργο  που δημιούργησε  η μητέρα μου, Αθανασία Πρωίου Ευθυμιοπούλου.

Η γραφή είναι ανάλαφρη και σε ταξιδεύει ωσάν είσαι εκεί, νιώθοντας κάθε παλμό, κάθε φόβο, χαμογελώντας και τρέμοντας ταυτόχρονα και βέβαια ζώντας κάθε λεπτομέρεια από τη καθημερινή ζωή τους στις δύσκολες αυτές εποχές.

Είμαι σίγουρος ότι θα δώσετε όλοι εσείς οι παρουσιαστές τη δέουσα ανάλυση στον έξοχο αυτό «Θησαυρό της Ζωής της.» Θα μου επιτρέψτε όμως εμένα να σας πω ποιοι είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές. Βλέπετε δεν λέω «ήταν» γιατί είναι κάθε μέρα μαζί μας. Οι γονείς μας φρόντισαν για αυτό αλλά κυρίως ο Γιάννης, η Μαίρη, και η Πολυξένη.

Θυμάμαι ότι όπως και τα «παιδιά της ήταν γαντζωμένα πάνω της,» έτσι και εγώ, ήμουν γαντζωμένος στην πόρτα της κατοικίας τους στην Σπάρτης 24 και να τρέχω να βρω τη γιαγιά μου τη Πολυξένη: προγιαγιά μου στην ακρίβεια, αλλά θα έλεγα ότι είχα την τύχη να έχω πάνω από μια μητέρα και πατέρα, γιατί έτσι έμαθα. Θυμάμαι τις μυρωδιές του σπιτιού να έρχονται να με συνοδεύουν από το σχολείο μέχρι να φτάσω στο διαμέρισμα. «Έλα αγόρι μου να δοκιμάσεις» έλεγε η Πολυξένη και εγώ την άκουγα και την πρόσεχα με θρησκευτική ευλάβεια. Θυμάμαι ακόμα το αγγελικό της πρόσωπο, το χαμόγελο της-που ποτέ Μα ποτέ την εγκατέλειψε-και έχοντας διαβάσει αυτά που διάβασα, γιαγιά μου, ποσό δυνατή ήσουν. Ποτέ μα ποτέ δεν είπε μια άσχημη κουβέντα για κανέναν και η αγκαλιά της έκρυβε υπερδυνάμεις καθώς μια αγκαλιά από την γιαγιά Πολυξένη απωθούσε οιοδήποτε κακό.

Ο Γιάννης, ο περήφανος αυτός άνδρας, ήταν ένας πανέμορφος και δυναμικός πρώην τραπεζίτης, ήρωας του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και τρυφερός σύζυγος στην γιαγιά Μαίρη, με το αγαπημένο του χόμπι να είναι πειράζοντας την. Θυμάμαι έναν άνθρωπο του οποίου η αγάπη ξεχείλιζε στα παιδιά της γειτονιάς, στο πάρκο: θυμάμαι ότι αγκάλιαζε και φιλούσε κάθε παιδί στη παιδική χαρά με την ίδια θαλπωρή που αγκάλιαζε εμάς. Θυμάμαι τις εκδρομές που με έπαιρνε μαζί με τον σύλλογο Ριμινητών και Ιερολοχιτων: ναι, πολέμησε στο Ρίμινι, στο Τομπρούκ, στο Ελ Αλαμέιν, ήταν Ιερολοχίτης και αν δεν κάμω λάθος, ο τελευταίος των Ιερολοχιτών. Μου έμαθε μαζί με τη γιαγιά μου μυθολογία, ιστορία, έζησα μαζί του τις συγκινήσεις στο πρόσωπο του σε κάθε εορτασμό του Οχυρού Ρούπελ αλλά κάθε φορά που τον ρωτούσα να μου μιλήσει για τον πόλεμο, η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: με κοίταζε στα μάτια, προσπαθώντας να κρατηθεί για να μην δακρύσει λέγοντας μου ότι καλύτερα να θυμάται τα καλά… Ναι μαμά, είχαμε τέτοιες συζητήσεις με τον παππού και ήξερα ότι δεν ήθελε να πει τίποτα γιατί οι μνήμες του πολέμου είναι άσχημες. Άλλωστε ποιος θα ήθελε να θυμάται την ασχήμια ενός πολέμου. Θυμάμαι πως καμάρωνα που περπατούσαμε μαζί και όχι μόνο η γειτονιά αλλά όλη η Θεσσαλονίκη τον ήξερε. Μάλιστα, η μητέρα του παιδικού μου φίλου μου μίλησε για τον παππού μου για το ποσό καλός και μεθοδικός ήταν όταν ήταν στην Τράπεζα: ο καλύτερος προϊστάμενος που είχε ποτέ, πρωτοπόρος για την εποχή του καθώς προσπαθούσε να δει πάντοτε το καλό στους υπαλλήλους και να τους δώσει τα υλικά να προχωρήσουν στην επαγγελματική τους ζωή. Θυμάμαι τη καρφίτσα που φορούσε πάντοτε στο πέτο στο σακάκι του: αυτή του συλλόγου των Ιερολοχιτών. Ποσό προσεγμένος ήταν πάντα: άλλωστε δεν θα τον άφηνε η γιαγιά μου να βγει χωρίς το σακάκι του, τη γραβάτα του.

Η Μαίρη: η πανέμορφη γιαγιά μου, το απόλυτο ταίρι στον παππού μου, η καλύτερη μαθήτρια της γιαγιάς μου της Πολυξένης. Ξανθό μαλλί, κόκκινο κραγιόν, πέρλες πάντοτε δέσποζαν τον πανέμορφο λαιμό της. Μια αρχόντισσα γυναίκα, η οποία ακόμα και σε μεγαλύτερη ηλικία έδειχνε την ομορφιά της. Δεν ήξερα γιαγιά μου ποσό δύσκολα πέρασες. Θυμάμαι τα καλοκαίρια μας μαζί, τις αγκαλιές σου, τις συμβουλές σου αλλά και της φιλενάδες σου όλες που μου  τάραζαν τα μάγουλα κάθε άλλη Δευτέρα όταν όλες οι φιλενάδες μαζευόσασταν να παίξετε κουμκάν: μην φανταστείτε επαγγελματίες αλλά φιλενάδες χρόνων που με τον τρόπο τους τίμησαν τη γιαγιά μου καθόλη τη διάρκεια της ζωής της. Θυμάμαι που με έπαιρνες στην αγκαλιά σου και τρώγαμε μαζί, που διαβάζαμε μαζί, και η ατελείωτη αυτή καταιγίδα των φιλιών σου γιατί όσο να ναι, ήμουν το πρώτο εγγόνι: έδειξες την ίδια αγάπη στον αδερφό μου και τα ξαδέρφια μου αλλά επιτρέψτε μου να σας πω ότι κανένας δεν τους έζησε όπως εγώ.

Τους κοιτούσα και εγώ «με την ίδια φλόγα, έχοντας τους οδηγούς» Μας δίδαξαν αρχές, ιστορία, μας έδωσαν τις αξίες τις οποίες προσπαθούμε να περάσουμε εμείς στα δικά μας τα παιδιά και μας έδωσαν να καταλάβουμε χωρίς πείσμα, χωρίς πάθος, χωρίς τα πιστεύω μας, είμαστε απλά «κομπάρσοι.» Ήταν οι πυλώνες της οικογένειας μας και όταν πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον, δεν θα σας κρύψω ότι άφησαν ένα κενό που δεν πρόκειται ποτέ να αναπληρώσω. Θα διαφωνήσω με την μητέρα μου καθώς ο χρόνος δεν τα γιατρεύει όλα: ο χρόνος διδάσκει όλα, ο χρόνος παραδειγματίζει και ταυτόχρονα τιμωρεί για τα λίγα αυτά λόγια που δεν είπαμε ποτέ, τα λεπτά αυτά που χάσαμε αλλά τα «σε αγαπώ» που δεν είπαμε ποτέ.

Ομολογώ ότι  έχασα τον εαυτό του όταν έχασα τη γιαγιά μου τη Πολυξένη: ήταν Δεκέμβριος και δεν μπόρεσα να την δω να της πω την αγαπώ μια τελευταία φορά… αρνήθηκα να πω αντίο στον παππού μου όταν ο ίδιος μου το είπε, όταν νοσηλευόταν γιατί πίστευα ότι θα τον έβλεπα την επομένη: και η γιαγιά μου η Μαίρη…δυστυχώς η ξενιτιά με λύγισε και μου έκρυψε τον χαμό της.

Με την έκδοση του βιβλίου αυτού-που ομολογώ δεν υπήρχε μια σελίδα που  να μην έχει ίχνος από τα δάκρυα μου όσο το διάβαζα-τους είδα ξανά μπροστά μου. Διάβασα γεγονότα που δεν ήξερα και κατάλαβα ότι η ζωή μου είναι σχετικά πανεύκολη μπροστά σε αυτά που πέρασαν, με το πέρασμα των χρόνων.

Βλέπετε, ο θησαυρός της ζωής τους ήταν η Σούλα και ο Νίκος: μετά είμασταν εμείς και μετά θα είναι τα παιδιά μας. Ελπίζω και εμείς να έχουμε για «οδηγό τα άστρα στον ουρανό» καθώς αυτά τα άστρα έχουν ονόματα: Γιάννης, Μαίρη, Πολυξένη.

Μαμά σε ευχαριστώ που με ταξίδεψες και σε ευχαριστώ για το πολύτιμο αυτό δώρο. Ξέρω ότι κάθε πρόχειρη σελίδα πριν να γίνει το βιβλίο, έχει εκτός από τα γραπτά σου, και τα δάκρυα σου, γιατί λείπουν… το ξέρω. 

Όσο γι’ εσάς το κοινό, εσάς που θα αποκτήσετε το βιβλίο αυτό, ψάξτε και εσείς να βρείτε τον θησαυρό της ζωή σας.

Ευχαριστώ

Ευθύμιος Ευθυμιόπουλος

Oικονομολόγος/Επιχειρηματίας

Leave a Reply